πεντακοσίαρχος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πεντακοσί·αρχος, ου (ὁ) [τᾰ] c. πεντακοσιάρχης, Plut. Alex. 76. πεντακοσί-αρχος -ου, ὁ [πεντακόσιοι] commandant van vijfhonderd (eig. 512) man. πεντακοσίαρχος, ὁ, = πεντακοσιάρχης, Plut. Alex. 76.