πεντακοσιοστύς
πεντακοσιοστύς, company of 500
πεντᾰκοσι-οστύς, ύος, ἡ,
- company of 500, cj. for πεντηκοντύς in Sch. Od. 3.7, cf. EM 728.55.
πεντακοσιοστύς, ἡ, eine Zahl od. Anzahl von 500, EM.