About
Menu

πιστικός

πιστικός, liquid

πιστικός2, faithful

πιστικός (A), ή, όν, (πίνω)
  • liquid, νάρδος Ev.Marc. 14.3, Ev.Jo. 12.3.
πιστικός (B), ή, όν, (πίστις)
  • faithful, Vett.Val. 10.14, Cat.Cod.Astr. 8(4).169; γυνὴ π. καὶ οἰκουρός Artem. 2.32. Adv. -κῶς, ἔχειν πρὸς ἀλλήλους Plu. Pel. 8: Sup. -ώτατα Hld. 3.9.
      • 2 late spelling of πειστικός (q.v.).

Saved

Recent