παλίμπλωτος Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰλίμ-πλωτος, ον, Ion. for παλίμπλους, Lyc. 1431. παλίμ·πλωτος, ος, ον [ᾰ] c. παλίμπλοος, Lyc. 1431. παλίμπλωτος, = παλίμπλους, φυγή, Lycophr. 1431.