παλίσσυτος
παλίσσυτος, rushing hurriedly back
πᾰλίσ-σῠτος, ον, (σεύω, ἔσσυμαι)
- rushing back, π. δράμημα hurried flight, S. OT 193 (lyr.); π. στεῖχε E. Supp. 388; ὁρμῆσαι Plb. 15.12.2, cf. παλίσσυρτος; χολή Aret. SD 1.15; π. φύσις recovering, Id. CA 2.3.
παλίσ·συτος, ος, ον [ᾰῠ] qui se précipite en arrière, Soph. O.R. 193 ; Eur. Suppl. 388 ; Pol. 15, 12, 2.
Étym. π. σεύομαι.
παλίσσυτος, zurückeilend ; παλίσσυτον δράμημα νωτίσαι πάτρας ἄπουρον, Soph. O.R. 193 ; στεῖχε, Eur. Suppl. 404 ; sp.D., wie Nic. Ther. 571 ; Ap.Rh. 1.1206 ; u. in Prosa, παλίσσυτα ὥρμησε τὰ θηρία, Pol. 15.12.2 ; Philo u. a.Sp.
παλίσσυτος
πᾰλίσ-σῠτος, ον,
σεύω
- rushing hurriedly back, δρόμημα π. hurried flight, Soph.; παλ. στείχειν Eur.