παλίστρεπτος Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰλίστρεπτος, παλίστροφος, v. παλίνστρεπτος, -στροφος. παλί·στρεπτος, ος, ον [ᾰ] c. παλίνστρεπτος, Nic. Th. 679. παλίστρεπτος, v.l. für παλίνστρεπτος.