παλίρροθος
πᾰλίρ-ροθος, v. παλίρροχθος.
παλί·ρροθος, ος, ον [ᾰ] battu par le flux et le reflux, Eschl. Ag. 191.
Étym. π. ῥόθος.
παλίρροθος, = παλιρρόθιος, Αὐλίδος τόποι, Aesch. Ag. 183.
παλίρροθος, ον,
= παλιρρόθιος, Aesch.