παμμέλας
παμμέλας, all-black
παμ-μέλᾱς, αινα, ᾰν,
- all-black, ταῦροι Od. 3.6; ὄϊς 11.33; τράγος IG 2(2).1358 (iv B. C.); βόες Ael. NA 15.14.
παμ·μέλας, αινα, αν [ᾱς, ᾰν] entièrement noir, Od. 3, 6 ; 10, 525, etc.
Étym. π. μέλας.
παμμέλας, αινα, αν, ganz schwarz ; ταῦροι, Od. 3.6 ; ὄϊς, 10.525, 11.33 ; Sp., wie Luc. Prom. in verb. 4.
παμμέλας
-ανος
[παυ-, παν-, πᾶς + μέλας.]
All black, black all over Od. 3.6, Od. 10.525, Od. 11.33.
παμμέλας , αινα, αν: all black, jet black. (Od.)
παμμέλας
- all-black, Od.