πάμμικτος
πάμ-μικτος, ον,
- = παμμιγής, ὄχλος A. Pers. 53 (anap.); ἐπίκουροι ib. 903 (lyr.), cf. Aq. Ps. 77(78).45, Vett.Val. 15.15.
πάμ·μικτος, ος, ον, c. παμμιγής, Eschl. Pers. 53, 904.
Étym. π. μίγνυμι.
πάμμικτος, = παμμιγής ; ὄχλος, Aesch. Pers. 53 ; ἐπίκουροι, 870.