παμμήτειρα
παμ-μήτειρα, ἡ,
- = παμμήτωρ, h.Hom. 30.1, AP 5.164 (Mel.), v.l. in Orph. Fr. 168.27.
παμ·μήτειρα, ας, adj. f. c. παμμήτωρ, Hh. 30, 1 ; Anth. 5, 165, etc.
παμμήτειρα, ἡ, = παμμήτωρ ; H.h. 30.1 ; θεῶν, Mel. 102 (V.165); Opp. Hal. 1.414.
παμμήτειρα, ἡ,
= παμμήτωρ, Hhymn., Anth.