Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παμουχέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παμμέλας
παμμελεί
παμμέλεος
παμμελής
Παμμένης
πάμμεστος
πάμμετρος
παμμήκης
πάμμηνις
πάμμηνος
παμμήστωρ
παμμήτειρα
παμμῆτις
παμμήτωρ
παμμήχανος
παμμίαρος
παμμιγής
πάμμικρος
πάμμικτος
Πάμμιλος
παμμίσητος
πάμμορος
πάμμορφος
πάμμουσος
παμμόχθηρος
παμμύριος
παμμυσαρός
Πάμμων
Παμμώνια ὄρη
πάμνηστος
παμουχέω
παμοῦχος
παμπαθής
παμπαιδί
παμπάλαιος
πάμπαλιν
παμπάμων
πάμπαν
πάμπανυ
παμπειθής
παμπήδην
παμπηδόν
παμπηδονίς
παμπησία
πάμπλειστος
παμπλείων
παμπλήγδην
παμπληθεί
παμπληθής
παμπληθία
παμπληθύς
παμπληθύω
πάμπληκτα
πάμπληκτος
παμπλήρης
παμπλούσιος
πάμπλουτος
παμποίκιλος
πάμπολις
πάμπολλος
πάμπολυς
…
παμουχέω
Save
Pape
παμουχέω
, [ᾱ],
Vermögen haben, reich sein
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}