πάμμεστος
πάμμεστος, quite covered with
πάμ-μεστος, ον,
- quite covered with, ὄρος π. τερμίνθων Thphr. HP 3.15.3.
πάμ·μεστος, ος, ον, tout rempli de, gén. Th. H.P. 2, 15, 3.
Étym. π. μεστός.
πάμμεστος, ganz voll, Theophr.