Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παμπονήρως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παμπάλαιος
πάμπαλιν
παμπάμων
πάμπαν
πάμπανυ
παμπειθής
παμπήδην
παμπηδόν
παμπηδονίς
παμπησία
πάμπλειστος
παμπλείων
παμπλήγδην
παμπληθεί
παμπληθής
παμπληθία
παμπληθύς
παμπληθύω
πάμπληκτα
πάμπληκτος
παμπλήρης
παμπλούσιος
πάμπλουτος
παμποίκιλος
πάμπολις
πάμπολλος
πάμπολυς
παμπολυτελής
παμπονηρία
παμπόνηρος
παμπονήρως
παμπορθής
παμπόρφυρος
παμπότνια
παμπρασία
Παμπρέπιος
πάμπρεπτος
παμπρόσθη
παμπρόσωπος
παμπρύτανις
παμπρώτιστα
πάμπρωτος
πάμπυος
πάμπωρος
Παμύλης
Παμύλια
παμφαγέω
παμφάγος
παμφαής
Παμφάης
παμφαίνω
παμφαλάω
παμφάλυα
παμφαλύζω
παμφανάω
παμφανής
παμφανόων
παμφάρμακος
πάμφαυλος
παμφεγγής
παμφερής
…
παμπονήρως
Save
Bailly 2024
παμπονήρως,
adv.
tout à fait méchamment,
Luc.
Abd.
14
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}