πάμπολλος Save Bailly 2024 Pape πάμ·πολλος, ος, ον, seul. fém. c. le suiv. Dysc. Synt. 42, 9 ; Luc. Cyn. 1 ; El. V.H. 4, 8. πάμπολλος, ος, ον, = πάμπολυς.