πάμπλειστος
πάμπλειστος, in large quantity, number
πάμ-πλειστος, η, ον,
- in large quantity, number, χρήματα Hdn. 5.6.5; ἄργυρος Ael. NA 10.50; πάμπλειστα δαπανήσας D.C. 76.16.
πάμ·πλειστος, η, ον, v. πάμπολυς.
πάμπλειστος, superl. zu πάμπολυς.