Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παμπλήγδην
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παμμιγής
πάμμικρος
πάμμικτος
Πάμμιλος
παμμίσητος
πάμμορος
πάμμορφος
πάμμουσος
παμμόχθηρος
παμμύριος
παμμυσαρός
Πάμμων
Παμμώνια ὄρη
πάμνηστος
παμουχέω
παμοῦχος
παμπαθής
παμπαιδί
παμπάλαιος
πάμπαλιν
παμπάμων
πάμπαν
πάμπανυ
παμπειθής
παμπήδην
παμπηδόν
παμπηδονίς
παμπησία
πάμπλειστος
παμπλείων
παμπλήγδην
παμπληθεί
παμπληθής
παμπληθία
παμπληθύς
παμπληθύω
πάμπληκτα
πάμπληκτος
παμπλήρης
παμπλούσιος
πάμπλουτος
παμποίκιλος
πάμπολις
πάμπολλος
πάμπολυς
παμπολυτελής
παμπονηρία
παμπόνηρος
παμπονήρως
παμπορθής
παμπόρφυρος
παμπότνια
παμπρασία
Παμπρέπιος
πάμπρεπτος
παμπρόσθη
παμπρόσωπος
παμπρύτανις
παμπρώτιστα
πάμπρωτος
πάμπυος
…
παμπλήγδην
Save
LSJ
παμ-πλήγδην, Adv. strengthd. for
ἐμπλήγδην,
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}