πανευέφοδος
πανευέφοδος, quite easy of access
πᾰν-ευέφοδος, ον,
- quite easy of access, χερρόνησος Plb. 4.56.6.
παν·ευέφοδος, ος, ον [ᾰ] d’un accès tout à fait facile, Pol. 4, 56, 6.
Étym. π. εὐέφοδος.
πανευέφοδος, sehr leicht zugänglich, Pol. 4.56.6.