πανεύκηλος
πανεύκηλος, all-silent
πᾰν-εύκηλος, ον,
- all-silent, αἰθήρ A.R. 3.1196.
παν·εύκηλος, ος, ον [ᾰ] qui vit tout à fait tranquille, A. Rh. 3, 1196.
Étym. π. εὔκηλος.
πανεύκηλος, sehr ruhig, Ap.Rh. 3.1195.