About Report a problem

Menu

πανδάλητος

πανδάλητος, all laurel-crowned

πᾰν-δάλητος [prob. ᾰ], ον, (δηλέομαι, δάλλει)
  • = ἐπίτριπτος, Hippon. 2 (vv.Il. πανδάληκτος, πανδαύληκτος, whence Bgk. proposes πανδαύχνητος, = πανδάφνωτος, all laurel-crowned).

Saved

Recent