πανδάλητος
πανδάλητος, all laurel-crowned
πᾰν-δάλητος [prob. ᾰ], ον, (δηλέομαι, δάλλει)
- = ἐπίτριπτος, Hippon. 2 (vv.Il. πανδάληκτος, πανδαύληκτος, whence Bgk. proposes πανδαύχνητος, = πανδάφνωτος, all laurel-crowned).
παν·δάλητος, ος, ον [ᾰλ] tout à fait détruit, anéanti, Hippon. fr. 2 (vulg. ; conj. πανδαύχνητος, tout couronné de lauriers, de πᾶς, δαύχνη).
Étym. dor. c. *πανδήλητος de π. δηλέομαι.
πανδάλητος, dor. = πανδήλητος, Hipponax bei Tzetz. zu Lycophr. 425.