πανδερκέτης
παν-δερκέτης, ου, ὁ,
- = πανδερκής II, Ζεῦ π. βροτῶν E. El. 1177 (lyr.).
παν·δερκέτης, voc. α, gén. ου, adj. m. c. le suiv. Eur. El. 1177.
πανδερκέτης, ὁ, = πανδερκής, Ζεῦ βροτῶν πανδερκέτα, Eur. El. 1177.