παντεπίσκοπος
παντεπίσκοπος, all-surveying
παντ-επίσκοπος, ον,
- all-surveying, πνεῦμα LXX Wi. 7.23 (v.l. πανεπ-).
παντ·επίσκοπος, ος, ον, c. πανεπίσκοπος, Spt. Sap. 7, 23 ; Clém. 2, 420 Migne.
παντεπίσκοπος, = πανεπίσκοπος, Sp.