Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πανόπτρια
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πανοικτίρμων
πανοικτιστής
πανοίκτιστος
πανοίμοι
πανόλβιος
πανόλβιστος
πάνολβος
πανολέθριος
πανόλεθρος
Πανόληπτος
πανόληπτος
πανομιλεί
πανόμματος
πανομοίϊος
πανόμοιος
πανομοίως
πανομφαῖος
πανομφής
πανοπαῖα
Πανοπεῖς
Πανοπεύς
Πανόπη
Πανοπηϊάδης
Πανοπηΐς
πανοπλία
πανοπλίτης
πάνοπλος
πανοπλότατος
πανόπτης
πάνοπτος
πανόπτρια
πανόρατος
πανόργιλος
πανορκία
πανορμεί
πανορμί
πανορμίη
πάνορμος
Πάνορμος
πανός
πάνος
Πανός
πανόσιος
πανόσμεος
πανόσμιος
πανοσπρία
πανουκλίζω
πανουλεύς
πανουργέστερος
πανούργευμα
πανουργεύομαι
πανουργέω
πανούργημα
πανουργία
πανουργικόν
πανουργικός
Πανουργιππαρχίδας
πανουργιππαρχίδης
πανοῦργος
πανούργως
πανούριος
…
πανόπτρια
Save
LSJ
Pape
πᾰνόπτρια, ἡ, fem. of
πανόπτης,
Phot.
πανόπτρια
, ἡ, fem. zu πανόπτης,
VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}