πανουργεύομαι
πανουργεύομαι, to be falsified
πᾰνουργ-εύομαι, = sq. [πανουργέω], LXX 1 Ki. 23.22:—Pass.,
- to be falsified or adulterated, Gal. 15.105, v.l. for πανουργέομαι in 6.269.
πανουργεύομαι [ᾰν] c. le suiv. Spt. 1 Reg. 23, 22.
πανουργεύομαι, = πανουργέω, LXX.