παραπειστέον
παραπειστέον, one must win over
παρα-πειστέον, (παραπείθω)
- one must win over, τοὺς δικαστάς S.E. M. 2.11.
παραπειστέον, vb. de παραπείθω, Sext. 676, 30 Bkk.
παραπειστέον, one must win over