παραπειράομαι
παραπειράομαι, make trial of
παραπειράομαι,
- make trial of one, so as to ascertain his will, π. Διός, εἰ . . Pi. O. 8.3.
παρα·πειράομαι-ῶμαι, tenter, éprouver, gén. Pd. O. 8, 4.
παραπειράομαι, einen leichten Versuch machen, Διός, Pind. Ol. 8.3.
παραπειράομαι
- 1make test of c. gen., Οὐλυμπία ἵνα μάντιες ἄνδρες ἐμπύροις τεκμαιρόμενοι παραπειρῶνται Διὸς ἀργικεραύνου, εἴ τινʼ ἔχει λόγον ἀνθρώπων πέρι O. 8.3