παριτητέα
παριτητέα, one must come forward
παρῐτ-ητέα, (πάρειμι (εἶμι ibo))
- one must come forward, ἐς τοὺς Λακεδαιμονίους Th. 1.72:—also παρῐτ-ητέον, Luc. Merc.Cond. 42, Them. Or. 26.313a.
- II Adj. παριτητέος, α, ον, to be traversed, Philostr. Dial. 2.
παριτητέα
verb. adj. of πάρειμι (εἶμι ibo)
- one must come forward, Thuc.