παχύπους
παχύπους, thick-footed
πᾰχύ-πους [ῠ], ὁ, ἡ, gen. ποδος,
- thick-footed, v.l. in Arist. HA 557a23, cf. Adam. 2.48.
παχύ·πους, ποδος (ὁ, ἡ) [ᾰῠ] aux pieds épais ou enflés, Arstt. H.A. 5, 31, 7.
Étym. π. πούς.
παχύπους, οδος, dickfüßig, Polem. physiogn., Hesych.