πελάτις
πελάτις, fem. of πελάτης
πελάτις, ιδος (ἡ) [ᾰῐδ] servante, Plut. Cato ma. 24.
Étym. fém. de πελάτης.
πελάτις, ιδος, ἡ, fem. zu πελάτης, Dienerin, Plut. Cat. 24.
πελάτις
πελάτις (ᾰ), ιδος, ἡ,
- fem. of πελάτης, Plut.