πελαργώδης
πελαργώδης, like a stork
πελαργ-ώδης, ες,
- like a stork, π. κατὰ σχῆμα Str. 17.2.4.
πελαργώδης, ης, ες, qui ressemble à une cigogne, Str. 823.
Étym. πελαργός, -ωδης.
πελαργώδης, ες, storchartig, storchähnlich, Sp.
πελαργώδης
πελαργ-ώδης, ες
εἶδος
- like a stork, Strab.