πελαγισμός
πελαγισμός, being at sea
πελᾰγ-ισμός, ὁ,
- being at sea, Alciphr. 2.4 (pl.).
πελαγισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] mal de mer, au plur. Alciphr. 2, 4.
Étym. πελαγίζω.
πελαγισμός, ὁ, = ναυσία, Seekrankheit, gew. im plur., Alciphr. 2.4. Auch πελάγισμα, Tzetz.