πεντάδαρχος Save LSJ Pape πεντάδαρχος, ὁ, f. l. for πεμπάδαρχος in Poll. 1.128. πεντάδαρχος, ὁ, = πενταδάρχης, bei Xen. Cyr. v.l. für πεμπάδαρχος.