πεντάγαμβρος
πεντάγαμβρος, with five sons-in-law
πεντά-γαμβρος, ον,
- with five sons-in-law, νυμφεῖα Lyc. 146.
πεντά·γαμβρος, ος, ον [τᾰ] qui a cinq gendres, Lyc. 146.
Étym. π. γαμβρός.
πεντάγαμβρος, fünf Schwiegersöhne habend, Lycophr. 146.