πενιχρότης
πενιχρ-ότης, ητος, ἡ,
- = πενία, S.E. M. 2.103, Hsch. s.v. εὐτέλεια.
πενιχρότης, ητος (ἡ) pauvreté, Sext. M. 2, 103.
Étym. πενιχρός.
πενιχρότης, ἡ, = πενία, S.Emp. adv. rhett.