πενιχραλέος
πενιχρ-ᾰλέος, α, ον, collat. form of πενιχρός, AP 6.190 (Gaet.).
πενιχραλέος, α, ον [ᾰ] c. πενιχρός, Anth. 6, 190.
πενιχραλέος, Nebenform von πενιχρός, δράγμα, Gaet. 3 (VI.190).
πενιχραλέος
πενιχρᾰλέος, η, ον,
collat. form of πενιχρός, Anth.