πεντηκοντακέφαλος
πεντηκοντακέφαλος, fifty-headed
πεντηκοντα-κέφᾰλος, ον, = foreg., Simon. 203, f. l. in Pi. Fr. 93 (ἑκατοντακάρανον cj. Herm.); cited from Hes. (v. foreg.) by Sch. S. Tr. 1098.
πεντηκοντακέφαλος, = πεντηκοντακάρηνος, v.l. Hes. Th. 312.