πεντηκοντακαιτριετής Save Bailly 2024 Pape πεντηκοντα·και·τρι·ετής, ής, ές [ᾰ] qui dure cinquante-trois ans, Pol. 3, 4, 2. Étym. π. κ. τρεῖς, ἔτος. πεντηκοντακαιτριετής, ές, dreiundfünfzigjährig, χρόνος, Pol. 3.4.2.