πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερος, of fifty days
πεντηκονθήμερος, ον,
- of fifty days, προθεσμία D.H. 2.57.
πεντηκονθ·ήμερος, ος, ον, qui dure cinquante jours, DH. 2, 57.
Étym. πεντήκοντα, ἡμέρα.
πεντηκονθήμερος, fünfzigtägig, προθεσμία, Dion.Hal. 2.57.