πεντεπικαιδέκατος
πεντεπικαιδέκᾰτος, η, ον, poet. for πεντεκαιδέκατος, AP 9.482.18 (Agath.).
πεντ·επι·και·δέκατος, η, ον [ᾰ] c. πεντεκαιδέκατος, Anth. 9, 482, 18.
πεντεπικαιδέκατος, der fünfte zu dem zehnten, d.i. poet. statt πεντεκαιδέκατος, Agath. 72 (XI.482).
πεντεπικαιδέκατος
πεντ-επι-και-δέκᾰτος, η, ον
poetic for πεντεκαιδέκατος, Anth.