πεντετής Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πεντ·ετής, ής, ές ou πεντ·έτης, ης, ες, c. πενταετής, Ar. Ach. 188 ; Arstt. H.A. 5, 14, 26. πεντετής -ές of πεντέτης -ετες [πέντε, ἔτος] van vijf jaar. πεντετής, ές, fünfjährig, σπονδαί, Ar. Ach. 188.