πεντηκονταέτις Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πεντηκοντα·έτις, ιδος (ἡ) [ῐδ] fém. de πεντηκονταέτης, Thc. 5, 32. πεντηκονταέτις -ιδος [πεντηκονταετής] als adj. f. vijftigjarig. πεντηκονταέτις, ἡ, fem. von πεντηκονταέτης, πεντηκονταετίδων σπονδῶν, Thuc. 5.32.