πεντηκοντάλιτρος
πεντηκοντάλιτρος, of fifty
πεντηκοντά-λῑτρος, ον,
- of fifty λῖτραι, νόμισμα D.S. 11.26.
πεντηκοντά·λιτρος, ος, ον [ᾰ] qui pèse cinquante livres, DS. 11, 26.
Étym. π. λίτρα.
πεντηκοντάλιτρος, fünfzig λίτραι schwer, DS. 11.26.