πεπαρμένος
πεπαρμένος,
- v. πείρω. πεπάσμην, v. πατέομαι.
πεπαρμένος, s. πείρω, Il. u. Hes.
πεπαρμένος
pf. pple. pass. πείρω.
πεπαρμένος : see πείρω.