περίγλωσσος
περίγλωσσος, ready of tongue
περίγλωσσος, ον,
- ready of tongue, eloquent, Pi. P. 1.42.
περί·γλωσσος, ος, ον, éloquent, disert, Pd. P. 1, 82.
Étym. π. γλῶσσα.
περίγλωσσος, sehr zungenfertig, Pind. P. 1.41.
περίγλωσσος
- 1eloquent σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταὶ περίγλωσσοί τʼ ἔφυν P. 1.42
περίγλωσσος
περί-γλωσσος, ον,
γλῶσσα
- ready of tongue, Pind.