περιγλωττίς
περιγλωττίς, covering of the tongue
περιγλωττίς, ίδος, ἡ,
- covering of the tongue, Ath. 1.6c.
περιγλωττίς, ίδος (ἡ) action d’envelopper ou de couvrir la langue, Ath. 6c.
Étym. π. γλῶττα.
περιγλωττίς, ἡ, ein Ueberzug der Zunge, περισκεπαστήριον τῆς γλώττης, Suid.; vgl. Ath. I.6c.