περίγλυκυς
περίγλυκυς, very sweet
περίγλῠκυς, εια, υ,
- very sweet: Sup. -κιστος Ael. NA 15.7.
περί·γλυκυς, εια, υ [ῠκ] seul. sup. -γλύκιστος, très doux, El. N.A. 15, 7.
Étym. π. γλυκύς.
περίγλυκυς, sehr süß, im superl. περιγλύκιστον γάλα, Ael. H.A. 15.7.