περιγλαγής
περιγλαγής, full of milk
περιγλᾰγής, ές, (γλάγος)
- full of milk, Il. 16.642.
περι·γλαγής, ής, ές [ᾰ] plein de lait, Il. 16, 642.
Étym. π. γλάγος.
περιγλαγής, ές, voll Milch, Il. 16.642, πέλλαι.
περιγλαγής
[περι- 4 + γλάγος.]
Overflowing with milk : πέλλας Il. 16.642.
περιγλαγής , ές (γλάγος): filled with milk, Il. 16.642†.
περιγλαγής
περι-γλᾰγής, ές
γλάγος
- full of milk, Il.