περιγληνής
περιγλην-ής, ές,
- having eyes all round, τροχαλόν, i.e. the Milky Way, Arat. 476.
περι·γληνής, ής, ές, très brillant, Arat. 476.
Étym. π. γλήνη.
περιγληνής, ές, = περίγληνος, Arat. 476.