Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περίκοσμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περικνύω
περικοιμάομαι
περικοκκάζω
περικοκκύζω
περικολάπτω
περικολλάω
περικολούω
περικολπίζω
περικομιδή
περικομίζω
περίκομμα
περικομμάτιον
περίκομος
περικομπέω
περίκομψος
περικονδυλοπωροφίλα
περικονιάω
περικοπή
περικοπίς
περικοπτέον
περικοπτέος
περικόπτης
περικοπτικός
περικόπτω
περικορδακίζω
περικορέω
περικόρημα
περικοσμέω
περικόσμημα
περικόσμιος
περίκοσμος
περίκουρος
περικόχλιον
περικράζω
περικρανία
περικράνιον
περικράνιος
περίκρανον
περικρατέω
περικρατής
περικράτησις
περικρέμαμαι
περικρεμάννυμι
περικρεμής
περικρεμνάω
περίκρημνος
περικροτάφιος
περικροτέω
περίκροτος
περικρούω
περικρύβω
περικρυερός
περικρύπτω
περικρώζω
περικτάομαι
περικτείνω
περίκτησις
περικτητικός
περίκτητος
περικτίονες
Περικτιόνη
…
περίκοσμος
Save
LSJ
περίκοσμ-ος, ον, = foreg.,
Dam.
Pr.
98 (s.v.l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}