περικόχλιον
περικόχλιον, female screw
περικόχλιον, τό, (κοχλίας)
- female screw, Heliod. ap. Orib. 49.4.66.
περι·κόχλιον, ου (τὸ) écrou d’une vis, Hld. chir. 1, 469 Schneider, Eclogæ physicæ.
Étym. π. κοχλίας.
περικόχλιον, τό, Schraubenmutter, Sp.