περικορδακίζω
περικορδακίζω, dance the κόρδαξ around
περικορδᾱκίζω,
- dance the κόρδαξ around, gloss on περιεκόκκασα, Sch. Ar. Eq. 694.
περικορδακίζω, [ᾱ], = κορδακίζω, Schol. Ar. Eq. 694, Erkl. von περικοκκύζω.